Διαταραχή μετατραυματικού στρες: Πώς επηρεάζει τη σχέση;

Η διαταραχή μετατραυματικού στρες (post-traumatic stress disorder) περιγράφει μια σειρά αντιδράσεων, που μπορεί να εκδηλωθούν, ως «απάντηση», σε άτομα που έχουν βιώσει ή ήταν μάρτυρες κάποιου τραυματικού γεγονότος, το οποίο απείλησε την δική τους ασφάλεια ή ζωή, είτε την ασφάλεια και την ζωή άλλων (όπως φυσική καταστροφή, απώλεια, ατύχημα, σεξουαλική κακοποίηση).

Όπως σε κάθε ψυχική δυσκολία, οι επιπτώσεις της συγκεκριμένης διαταραχής, που επέρχονται στο άτομο μέσα από συμπτώματα όπως το να αναβιώνει το γεγονός, να βλέπει εφιάλτες, να αισθάνεται έντονο άγχος, έχουν επίδραση και στις διαπροσωπικές σχέσεις του ατόμου και συγκεκριμένα στην επικοινωνία, στην εγγύτητα των συντρόφων και στη σεξουαλική ζωή.

Επιπλέον, η προδοσία από ένα σύντροφο θεωρείται όλο και περισσότερο ως μια μορφή διαπροσωπικού τραύματος, μέσα από την κατάρρευση της εμπιστοσύνης και της σύνδεσης. Μεταξύ 30-60% των προδομένων ατόμων εμφανίζουν συμπτώματα διαταραχής μετατραυματικού στρες, κατάθλιψης και άγχους, σε κλινικά σημαντικά επίπεδα.

Όσον αφορά, λοιπόν, τις «δοκιμασίες», που το ζευγάρι πιθανά θα έρθει αντιμέτωπο όταν ένας, ή και οι δύο σύντροφοι έχουν διαταραχή μετατραυματικού στρες, αναφερόμαστε στο συναισθηματικό μούδιασμα, το οποίο εμποδίζει την ανοιχτή και ειλικρινή επικοινωνία, καθιστώντας δύσκολο να εκφραστούν, και κατ’ επέκταση να κατανοηθούν οι ανάγκες, δημιουργώντας απόσταση.

Η έρευνα υποδηλώνει ότι το μετατραυματικό στρες δύναται να αυξήσει την πιθανότητα εμφάνισης σεξουαλικής δυσλειτουργίας, όπως για παράδειγμα μειωμένη σεξουαλική επιθυμία, δυσπαρεύνια και στυτική δυσλειτουργία. Ιδιαίτερα σε περιπτώσεις που το τραύμα σχετίζεται με την σωματική ακεραιότητα, το άτομο μετέπειτα εμφανίζει δυσκολίες στη σωματική οικειότητα, καθώς βρίσκεται σε μία συνεχή υπερεπαγρύπνηση, που μπορεί να το οδηγήσει σε αποφυγή ή/και αποστροφή.

Η θεραπεία της διαταραχής μετατραυματικού στρες είναι ένα ταξίδι που απαιτεί υπομονή, κατανόηση και δέσμευση και από τους δύο συντρόφους. Είναι σημαντικό τόσο το ίδιο το άτομο, όσο και ο σύντροφος να συνειδητοποιήσουν τι είναι αυτό που συμβαίνει, καθώς η γνώση δίνει τη δυνατότητα να κατανοούν καλύτερα και να υποστηρίζουν ο ένας τον άλλον, κομμάτι που στη θεραπεία γίνεται στα πλαίσια της ψυχοεκπαίδευσης.

Όταν κάποιο αγαπημένο μας πρόσωπο πάσχει από κάποια διαταραχή, η επιβάρυνση έρχεται τόσο στον ίδιο, όσο και στα οικεία του πρόσωπα, πόσο μάλλον στο σύντροφο. Ζητώντας τη στήριξη κάποιου ειδικού μπορούμε να βοηθήσουμε το σύντροφό μας να συνεχίσει τη ζωή του, να βελτιώσουμε τη σχέση μας, μειώνοντας την απόσταση που έχει δημιουργήσει η διαταραχή ανάμεσά μας και βελτιώνοντας τη διάθεση, βρίσκοντας επιμονή, κατανόηση και στήριξη και για εμάς και για εκείνον.

Δήμητρα Καρυοφύλλη
Κλινική Ψυχολόγος
Επιστημονική Συνεργάτις Ι.Ψ.Σ.Υ.