Πόσο άλλαξες, πόσο άλλαξα;

Κοινοποιήση:

Το τελευταίο ραντεβού της Παρασκευής ήταν ένα ζευγάρι που ερχόταν για πρώτη φορά στο Ινστιτούτο. Ο άνδρας, 60 χρονών, στέλεχος μεγάλης εταιρείας, με χαιρέτησε εγκάρδια αλλά και με ένα βαθμό τυπικότητας, μπήκε στο γραφείο και κάθισε στην αναπαυτική πολυθρόνα ξεφυσώντας. Η σύζυγός του, 55 χρονών, επίσης ιδιωτική υπάλληλος σε επιχείρηση, με προσεγμένη εμφάνιση πέρασε στο γραφείο και κάθισε στη θέση απέναντι από τον άνδρα της. Το ζευγάρι είναι παντρεμένο 30 χρόνια με παιδιά που φοιτούν στο πανεπιστήμιο

Όταν τους ρώτησα τι τους φέρνει στο Ινστιτούτο, χωρίς περισπασμούς, εκείνη πήρε τον λόγο και ξεκίνησε να μιλάει γρήγορα λέγοντας πόσο έχει αλλάξει ο χαρακτήρας του συζύγου της συγκριτικά με τα πρώτα χρόνια της γνωριμίας τους. Όπως λέει ήταν ένας μεγάλος έρωτας και για τους δύο και εκείνος την «πολιορκούσε» για καιρό πριν καταφέρει να την κατακτήσει. Της έγραφε ποιήματα, της έστελνε λουλούδια και της έκανε συνέχεια κομπλιμέντα. Πλέον νιώθει ότι έχει έναν άλλον άνθρωπο δίπλα της, η συμπεριφορά του οποίου είναι εκ διαμέτρου αντίθετη, καθώς της μιλά με άσχημο τρόπο ακόμα και μπροστά σε φίλους, την κατηγορεί με κάθε ευκαιρία και γενικά της «κάνει ένα διαρκή πόλεμο νεύρων». Αποκορύφωμα όλων αυτών ήταν η εξωσυζυγική σχέση που διατηρούσε για μεγάλη περίοδο με συνάδελφό του. Την σχέση αυτή την ανακάλυψε πρόσφατα η σύζυγος και οι καυγάδες στο ζευγάρι έγιναν ακόμα πιο έντονοι. Αν και της είπε ότι η σχέση αυτή τελείωσε και την παρακάλεσε να δώσουν μια ακόμα ευκαιρία στον γάμο τους, εκείνη ανακάλυψε κάποια χρόνια μετά ότι η σχέση υπήρχε ακόμα. Από εκείνο το σημείο και μετά χάθηκε εντελώς η εμπιστοσύνη και παρά το γεγονός ότι το ζευγάρι δεν χώρισε ούτε τότε, το κλίμα μέσα στην καθημερινότητα έγινε «ψυχροπολεμικό». Οι δύο σύζυγοι είναι διαρκώς εκνευρισμένοι και μπορεί να ξεκινήσουν έναν καυγά ακόμα και από την πιο ασήμαντη αφορμή, ενώ οι σεξουαλικές επαφές είναι μηδενικές τα τελευταία 15, σχεδόν, χρόνια.

Όσο μιλάει η σύζυγος, εκείνος είναι σιωπηλός και συνοφρυωμένος. Όταν τον ρωτώ πώς αισθάνεται για όσα ακούει από τη σύζυγό του, εκείνος απαντά με αφοπλιστική απλότητα και ειλικρίνεια κοιτώντας την … «Πώς γίνεται να μην αλλάξω όταν έχεις αλλάξει τόσο κι εσύ;». Συνέχισε συμφωνώντας ότι ήταν μεγάλος έρωτας η γνωριμία τους, ωστόσο νιώθει ότι από ένα σημείο και μετά εκείνη σταμάτησε να ασχολείται ιδιαίτερα μαζί του, καθώς έδωσε μεγάλη βαρύτητα στα παιδιά και στην καλή σχολική τους επίδοση με αποτέλεσμα να απορροφάται από το διάβασμά τους αρκετές ώρες τη μέρα. Νιώθει ότι πολλές φορές με τη στάση της τον απαξίωνε και δεν εκτιμούσε τα όσα έκανε ή κάνει για εκείνη. Η παράλληλη σχέση ξεκίνησε σε μια περίοδο που η σχέση τους είχε πολλά προβλήματα και οι εντάσεις ήταν καθημερινές. Ο ίδιος εξηγεί την παράλληλη σχέση ως αποτέλεσμα της ανάγκης που νιώθει να τον «θαυμάζουν» και να τον «επιδοκιμάζουν». Κολακεύτηκε από το ενδιαφέρον που έδειξε προς το πρόσωπό του η συνάδελφος και παρά το γεγονός ότι ήταν παντρεμένη κι εκείνη διατήρησαν έναν κρυφό δεσμό. Για τον ίδιο η σχέση αυτή δεν υπάρχει, πλέον, αναγνωρίζει ότι αδίκησε με τη στάση του την σύζυγό του και έχει μετανιώσει γι’ αυτό. Θεωρεί ωστόσο ότι έχει κι εκείνη ευθύνη για ότι συνέβη.

Οι ανθρώπινες σχέσεις δεν είναι στάσιμες αλλά δυναμικές. Οι άνθρωποι δέχονται επιδράσεις από τα προσωπικά τους βιώματα, από τη σχέση και τις αλλαγές που υφίστανται τα άτομα του περιβάλλοντός τους, τις κοινωνικές, αλλά και τις οικονομικές συνθήκες μέσα στις οποίες ζουν. Έτσι και στη σχέση ενός ζευγαριού, τα συναισθήματα μπορεί να μην αλλάζουν σημαντικά, όταν οι ισορροπίες διατηρούνται, ωστόσο ο χαρακτήρας των συντρόφων είναι πιθανό να διαφοροποιηθεί με το πέρασμα του χρόνου. Πολύ συχνά μάλιστα, οι αλλαγές που υφίσταται ο ένας σύντροφος βαθμιαία δρομολογούν και αλλαγές στον άλλον. Στις περιπτώσεις αυτές το σημείο κλειδί είναι να μπορεί ο κάθε σύντροφος να συνειδητοποιήσει τις αλλαγές του χαρακτήρα του, τον τρόπο με τον οποίο αυτές έχουν επιδράσει στο άτομο με το οποίο μοιράζεται την καθημερινότητά του και να καταφέρει να επικοινωνήσει ανοιχτά τις σκέψεις του για το θέμα αυτό.

Η σιωπή είναι ο αργός θάνατος μιας σχέσης. Εξυπηρετεί την απογοήτευση, το θυμό και την άρνηση δύο ανθρώπων που «η επικοινωνία δεν αντέχεται» και δεν εκφράζεται. Η σιωπή αποτελεί μια «βολική» επιλογή, που οδηγεί στην αναβολή της αντιμετώπισης του προβλήματος και βοηθά τον άνδρα και τη γυναίκα να αποφύγουν το άγχος του να αναλάβουν την ευθύνη για την εξέλιξη της σχέσης τους. Είναι σημαντικό οι σύντροφοι να κατανοήσουν πως η κάθε σχέση απαιτεί προσπάθεια και χρειάζεται τη δύναμη του διαλόγου, της επικοινωνίας και της αλήθειας, προκειμένου να συνεχίσει να τους προσφέρει ικανοποίηση και χαρά. Αυτό που είναι απειλητικό για το ζευγάρι δεν είναι η ανοιχτή έκφραση του συναισθήματος και των αναγκών των συντρόφων, αλλά η συναισθηματική και σεξουαλική αποξένωση.


Βασιλειάδης Ηλίας,
Ψυχολόγος
M.Sc. Συμβουλευτικής Ψυχολογίας
Επιστημονικός Συνεργάτης ΙΨΣΥ