Τζόκερ: μια πολύ πετυχημένη ταινία, που όμως δικαιώνει τη βία!

Κοινοποιήση:

Χωρίς αμφιβολία το Τζόκερ είναι ένα κορυφαίο φιλμ της Αμερικάνικης κινηματογραφίας, που εκτιμώ πως τα Όσκαρ που θα πάρει θα το χαρακτηρίσουν ως την ταινία της τελευταίας 50ετίας. Όσοι το είδαμε, σίγουρα γοητευτήκαμε από τη σκηνοθεσία, από την απίθανη ερμηνεία του Χοακίν Φοίνιξ και την πλοκή του έργου, καθηλώνοντάς μας με το παίξιμό του, αλλά και τον χαρακτήρα που υποδύεται μεταξύ της ψυχικής ασθένειας και του κλόουν που εκφράζει την απρόσωπη κοινωνία. Δεν είναι τυχαίο ότι τα τελευταία βράδια, όπου κι αν βρίσκομαι, με ρωτούν για το πώς είδα το φιλμ και τι μηνύματα περνάει σε όλους μας. Ακόμα το πώς ο καθένας από μας ερμηνεύει την έννοια και την απεικόνιση του σεναρίου μετά το τέλος της ταινίας. Το βαρύ κλίμα, η έντονη βία, η κοινωνική αδικία, η ψυχιατρική παραμέληση, είναι τα πρώτα στοιχεία που προβάλει το φιλμ, αλλά αν δει κανείς ίσως πιο μέσα, τα βαθύτερα μηνύματα είναι πιο σημαντικά, από τα προφανή που εξελίσσονται μέσα στην υπόθεση.

Τις τελευταίες μέρες η κοινωνία μας και τα ΜΜΕ ενεπλάκησαν στην πολιτική στάση της κυβέρνησης να ελέγξει τους κινηματογράφους για ανήλικα παιδιά, με δεδομένο ότι η συγκεκριμένη ταινία περιέχει πολλή βία, που θεωρείται βέβαια αντιπαιδαγωγική και επικίνδυνα μιμητική για την ευαίσθητη περίοδο της εφηβείας. Άλλωστε η σήμανση ότι το έργο είναι για άνω των 18 ετών, οριοθετούσε τον θεατή και την ηλικία του.

Θέλω, λοιπόν, με λίγα λόγια να σας δώσω τη δική μου διάσταση και την αίσθηση που σ’ εμένα προκάλεσε αυτό το πραγματικά μοναδικό κινηματογραφικό έργο. Ξεκινώντας το σκεπτικό μου θα ήθελα να σας θυμίσω ή να σας πληροφορήσω για μια ταινία του 1971, του Στάνλεϊ Κιούμπρικ, με θέμα την άκρατη βία που διαχεόταν στην κοινωνία εκείνης της εποχής και στην έντονη επιθετικότητα που χαρακτήριζε ομάδες που βίαζαν, σκότωναν ανθρώπους αδύναμους, πλούσιους, μπαίνοντας μέσα στα σπίτια τους, με πολύ σοκαριστικές και ακραίες σκηνές, πρωτόγνωρες για την εποχή εκείνη, πριν 50 χρόνια. Ο πρωταγωνιστής, Μάλκολμ ΜακΝτάουελ, αποδίδει τέλεια το ρόλο του και αφήνει τη γεύση της έντονης, εκρηκτικής βίας, που ο θεατής την παίρνει μαζί του φεύγοντας προβληματισμένος από τον κινηματογράφο. Τότε εγώ, 18 χρονών, αισθάνθηκα το δέος, απ’ αυτά που είδα, και προβληματίστηκα για το μήνυμα αυτού του έργου. Θα έλεγα ότι βλέποντας τον Τζόκερ νιώθω ότι είναι η συνέχεια εκείνης της ταινίας και τα δύο φιλμ μαζί σηματοδοτούν σ’ αυτά τα 50 χρόνια το που πάει η κοινωνία και πώς οι ήρωες φωτογραφίζουν το αίσθημα του δικαίου και την κοινωνική απαξίωση, που καθένας από μας μπορεί να βιώνει με διαφορετικά συναισθήματα και άλλη προσέγγιση της δικαίωσής του. Έτσι, ερμήνευσα ότι ο Τζόκερ, μετά το Κουρδιστό Πορτοκάλι, σφραγίζει τη βία ως ένα μεγάλο όπλο της δικαιοσύνης, που η κοινωνία ζητάει, απέναντι στην καταπίεση, στον χλευασμό, στην εκμετάλλευση, στην κοινωνική απομόνωση και κυρίως στην έλλειψη κοινωνικής πρόνοιας, στερώντας τη θεραπεία σ’ αυτόν που υποφέρει, πάσχει και νιώθει εγκαταλελειμμένος. Στο μεν Κουρδιστό Πορτοκάλι η βία εκδηλώνεται εκρηκτικά, μέσα στην αστική κοινωνία της εποχής, στο δε Τζόκερ, που αναφέρεται στην πρώτη μεταπολεμική δεκαετία της Αμερικής, η βία οργανώνεται μέσα από την ψυχική ασθένεια, αλλά παίρνει διαστάσεις κοινωνικής αναφοράς και ανωνυμίας του ήρωα, που δικαιώνεται σκοτώνοντας αυτόν που τον έχει αρρωστήσει και εκείνον που τον αδικεί και τον βιάζει. Εδώ υπάρχει όμως ένας μεγάλος κίνδυνος: η δικαίωση της βίας. Η αναγνώριση της επιβίωσης και της τιμωρίας του κακού και του αδίκου, που έρχεται να προστατεύσει τον αδύναμο και a priori να σκοτώσει τον δυνατό. Είναι η διαμάχη του αδικημένου και του δικαιωμένου μιας κοινωνικής αναφοράς, που δεν είναι δίκαιη και αξιοκρατική και ότι απλά ο πλούσιος εξουσιαστής ισοπεδώνει «τον κοινωνικά περίεργο» και ψυχικά διαταραγμένο άνθρωπο.

Αλήθεια αυτό υπονοεί το φιλμ; Αυτό φωτογραφίζει η ηρωοποίηση ενός ανθρώπου που πάσχει ψυχικά και γίνεται ένας κλόουν, που η κίνησή του και η στάση του, αντιγράφεται και ομαδοποιείται σε κάθε ανώνυμο άνθρωπο, που εύκολα χωνεύει το άδικο, ψάχνοντας το δίκαιο, σκοτώνοντας, λεηλατώντας γιατί ακριβώς έτσι πρέπει να κάνει, για να αισθανθεί και ο ίδιος ικανός και αναγνωρισμένος. Ο πρωταγωνιστής ψάχνει τα φώτα της δημοσιότητας, για να καταξιωθεί επαγγελματικά ως κωμικός. Χλευάζεται, όμως, από την δημοφιλή εκπομπή της τηλεόρασης, που τον καλεί ο πασίγνωστος παρουσιαστής της, ακριβώς για να τον προβάλει ως τον ιδιόρρυθμο, τον διαφορετικό, που θα φέρει το γέλιο στους θεατές του και φυσικά την τηλεθέαση. Ο πρωταγωνιστής σκοτώνει τον παρουσιαστή, που είναι ακριβώς το πρότυπο της κοινωνίας, που σατιρίζει και διασκεδάζει τις βραδινές ώρες τους στερεότυπους αστούς. Είναι, όμως, ντυμένος ως κλόουν (Τζόκερ) και υποδύεται μέσα από αυτή την εικόνα το κοινό αίσθημα, που ψάχνει να αναγνωριστεί και να ξεχωρίσει στο σύστημα, το οποίο δεν τον φωνάζει για να τον προβάλει ως αξία, αλλά για να τον ξεφτιλίσει ως απαξία του κοινωνικού κατεστημένου. Ο πυροβολισμός ηχεί εκτελώντας την κοινωνία, τα πρότυπά της και τις αξίες που το μιντιακό δίκτυο κτίζει και χρησιμοποιεί.

Γι’ αυτό και ήθελα να μοιραστώ με εσάς αυτές τις σκέψεις μου και να αναρωτηθώ για τους γονείς που πήγαν με τα 12χρονα και τα 14χρονα παιδιά τους, να απολαύσουν ένα τόσο σημαντικό και ακραίο, γεμάτο βία, φιλμ. Είναι ανευθυνότητα ή μήπως αφέλεια; Είναι σε θέση αυτή η εφηβική περίοδος να κατανοήσει το δίκαιο και το άδικο; Μπορεί συναισθηματικά να διαχειριστεί το σοκ της απρόκλητης βίας; Είναι μήνυμα ότι το άδικο μπορεί να χρησιμοποιήσει οποιαδήποτε βία για να δικαιωθεί; Μπορεί η κοινωνία να γίνει ένας κλόουν που ο καθένας μέσα από τη στολή του, σκοτώνει άκριτα γιατί έτσι δικαιώνεται ο ίδιος;

Όλα αυτά με προβλημάτισαν. Μήπως ο κινηματογράφος υπερβαίνει του εαυτού του; Μήπως πυροβολούμε τα πόδια μας; Ή καλύτερα τα παιδιά μας; Τα πολλά Όσκαρ δεν με πείθουν για το θετικό της υπόθεσης. Διότι μια ταινία που δικαιώνει τη βία και κάνει τον καθέναν από μας έναν ομαδοποιημένο ανώνυμο ήρωα, που μπορεί να σκοτώσει για να δικαιωθεί, σίγουρα δεν είναι η κοινωνία του Έρικ Φρομ και φυσικά δεν είναι η κοινωνία των ίσων ευκαιριών και της δικαιοσύνης, που η νομοτέλεια και η κουλτούρα ζητάνε από τον καθένα μας…


Θάνος Ασκητής

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ ΑΡΘΡΑ